Μια κριτική ελεγεία στο ηχόχρωμα της φωνής του Βαγγέλη Ιωάννου
Η περιγραφή ενός αγώνα μπάσκετ μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι. Ωραίο κλισέ για εισαγωγή, μου αρκεί και με το παραπάνω, κι έτσι θα μπω κατευθείαν στο θέμα: η φωνή του Βαγγέλη Ιωάννου μπορεί να μεταβάλλει την ψυχολογία του μέσου θεατή πιο εύκολα κι από γκόμενα που ετοιμάζεται να απαντήσει σε δεκαπεντάχρονο στο αν θα τα φτιάξουνε.
Ο Βαγγέλης Ιωάννου ζει για τους κρίσιμους αγώνες και μαζί του το ζει και ο κόσμος. Όμως, σε αντίθεση με άλλους σχολιαστές, αυτός ο άνθρωπος διαθέτει ένα σπάνιο ταλέντο. Η φωνή του έχει τέτοια δυναμική, που μπορεί από μόνη της να κατευθύνει τα συναισθήματα και την ψυχολογία του θεατή. Προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Ανήμπορος να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, ο μέσος θεατής παραδίδεται στη φωνή του Βαγγέλη Ιωάννου, στην έντασή της, στην αγωνία ή στο ξενέρωμα που εμπεριέχει. Αν ο Βαγγέλης Ιωάννου αγωνιά, θέλοντας και μη αγωνιούμε κι εμείς. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και εκεί εντοπίζεται και η εξουσία την οποία ασκεί επάνω μας η φωνή του Ιωάννου και εν τέλει ο ίδιος. Διότι, όταν κάποιος έχει τη δυνατότητα να σου μεταβάλλει την ψυχολογία, είναι μεγάλη η εξουσία που ασκεί επάνω σου.
Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, θα λέγαμε ότι η άσκηση της εξουσίας από πλευράς Ιωάννου, αν και συμβαίνει αθέλητα - δηλαδή ο ίδιος δεν το επιδιώκει, σημαίνει και άσκηση της κυριαρχίας. Για την κυριαρχία επί των συναισθημάτων των θεατών, ο Ιωάννου χρησιμοποιεί -επίσης χωρίς να το επιδιώκει- συνήθως συγκεκριμένες τεχνικές.
Η πρώτη έχει να κάνει με την αναλογία κρισιμότητας - έντασης φωνής. Όσο πιο κρίσιμα τα τελευταία δευτερόλεπτα, τόσο μεγαλύτερη ένταση έχει η περιγραφή. Είναι συνήθης τεχνική και δεν αξίζει να επεκταθούμε περισσότερο.
Η δεύτερη αφορά τα διάφορα προσωπικά του επαναλαμβανόμενα κλισέ (π.χ. τα περίφημα παρατσούκλια των παιχτών ή το χιτσκοκικό "ακόμη 100 δευτερόλεπτα πριν το τέλος"), η συνεχής επανάληψη των οποίων δημιουργεί οικειότητα μεταξύ σχολιαστή και θεατή. Και εδώ βέβαια, αν εξαιρέσει κανείς τις ιδιαίτερες εκφράσεις - σήμα κατατεθέν του Ιωάννου, δεν μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται περί κάποιας πρωτοτυπίας. Οι περισσότεροι σχολιαστές έχουν τα δικά τους κλισέ και τα αγαπούν πολύ. Για παράδειγμα, ο Χατζηγεωργίου μάς ενημερώνει κάθε φορά για το κολέγιο στο οποίο φοίτησε ο αδερφός του ξαδέρφου του παίχτη που μόλις έκανε το φάουλ ή -για να αλλάξουμε σπορ- ο Σωτηρακόπουλος αρέσκεται να βλέπει κάθετες πάσες που "κόβουν την άμυνα όπως το μαχαίρι το βούτυρο" κ.ο.κ.
Η τρίτη όμως, είναι μια τεχνική καθαρά προσωπική του Ιωάννου, που δεν συναντάμε σε άλλους σχολιαστές. Είναι η τεχνική "επιτάχυνσης-ξαφνικής επιβράδυνσης" του σπικάζ, σε κρίσιμες στιγμές του αγώνα. Είναι η στιγμή που η κρισιμότητα έχει χτυπήσει κόκκινο, ο Ιωάννου έχει πάρει φωτιά, φωνάζει, μιλάει πάρα πολύ γρήγορα και ε-ντε-λώς ξα-φνι-κά επιβραδύνει και βρίσκει τον κανονικό του ρυθμό. Μαγεία. Σαν μια ιλιγγιώδη ελεύθερη πτώση που ξαφνικά ανοίγει το αλεξίπτωτο.
Φυσικά, είναι περιττό να πούμε ότι κάθε περιγραφή του Βαγγέλη Ιωάννου ξεκινάει και τελειώνει με το συναίσθημα και κάθε μία από τις παραπάνω ιδιαιτερότητες πρέπει να ιδωθεί μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Η φωνή του είναι και θα παραμείνει ένα μεγάλο όπλο. Ένα όπλο με το οποίο θα πυροβολεί τα συναισθήματά μας κάθε φορά που ο παίχτης σηκώνεται για να σουτάρει το τελευταίο τρίποντο.*
Σκευωρία Εσωτερικού
*Αξιοπρεπές λογοπαίγνιο μεταξύ του "πυροβολώ" και του "σουτάρω", που στα αγγλικά είναι το ίδιο.
